υπολογι… |
Πέμπτη 12|10|06 |
υπολογίζω -ομαι : λογαριάζω. 1α. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να προσδιορίσω ένα μέγεθος. β. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, για να διαμορφώσω γνώμη για κάτι. γ. σχεδιάζω, σκοπεύω να πραγματοποιήσω κάτι. 2. αναγνωρίζω την αξία κάποιου και γι΄ αυτό λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου τη γνώμη του 3. ελπίζω στη βοήθεια, στη συμπαράσταση, στη συνδρομή κάποιου.
υπολογίσιμος -η -ο : 1.που μπορεί να υπολογιστεί. 2. που είναι πολύ σημαντικός, αξιόλογος ή που το μέγεθός του είναι τόσο μεγάλο, ώστε δεν μπορεί κανείς να τον αγνοήσει.
υπολογισμός ο : 1.συνδυασμός, σχεδιασμός ορισμένων δεδομένων για τον προσδιορισμό ενός μεγέθους. (έκφρ.) με / από υπολογισμό, με / από υστεροβουλία. 2. σειρά συλλογισμών και εκτιμήσεων που οδηγούν σε κάποιο συμπέρασμα.
υπολογιστής ο υπολογίστρια η : αυτός που σκέφτεται και δρα υστερόβουλα, που λογαριάζει πριν απ΄ όλα το συμφέρον του, που αποσκοπεί σε προσωπικά οφέλη.
υπολογιστής : συχνά Hλεκτρονικός ~, ηλεκτρονική μηχανή η οποία έχει τη δυνατότητα να αποθηκεύει πλήθος στοιχείων, να τα επαναφέρει και να τα επεξεργάζεται βάσει συγκεκριμένων εντολών τις οποίες δέχεται.
πηγή www.komvos.edu.gr
13 Οκτωβρίου 2006 | 4:04
επίσης… ΑΝΤΙΛΟΓΙΖΩ
αντιλογισμός: σημείωση σε λογιστικό βιβλίο ή πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή με την οποία γίνεται διόρθωση ενός λάθους.