κενό |
Πέμπτη 18|01|07 |
κενό το: 1. χώρος ή διάστημα: α. που δεν περιέχει τίποτε || (μτφ.) δεν του έδωσαν καμία σημασία.. || (φυσ.), θεωρητική έννοια για το χώρο στον οποίο δεν υπάρχει κανένα ίχνος ύλης, χώρος στον οποίο έχει ελαττωθεί αισθητά η ατμοσφαιρική πίεση. || που έχει αφαιρεθεί ο αέρας. β. που προήλθε από τη διακοπή μιας συνέχειας γ. που δημιουργείται από ελλείψεις, παραλείψεις· χάσμα. 2. (προφ.) θέση εργασίας που δεν έχει συμπληρωθεί: 3. οτιδήποτε αισθανόμαστε ως έλλειψη, ως απώλεια
κενός -ή -ό: 1. που δεν περιέχει τίποτε· άδειος. 2α. για θέση που δεν έχει καταληφθεί· ελεύθερος β. για χρόνο ελεύθερο από μια συγκεκριμένη εργασία ή υποχρέωση. 3. (μτφ.) α. που δεν έχει ή που δεν μπορεί να εκπληρωθεί· ανεκπλήρωτος, μάταιος β. για πρόσωπο που το χαρακτηρίζει η έλλειψη καλλιέργειας και ευαισθησίας. 4. (ως ουσ.) το κενό
πηγή komvos.edu.gr
ενδιαφέρουσα σύνδεση wikipedia. org