πρόσωπα | χρονικό | τελευταία σχόλια | συνδέσεις

thesaurus

κενό

Πέμπτη 18|01|07

κενό το: 1. χώρος ή διάστημα: α. που δεν περιέχει τίποτε || (μτφ.) δεν του έδωσαν καμία σημασία.. || (φυσ.), θεωρητική έννοια για το χώρο στον οποίο δεν υπάρχει κανένα ίχνος ύλης, χώρος στον οποίο έχει ελαττωθεί αισθητά η ατμοσφαιρική πίεση. || που έχει αφαιρεθεί ο αέρας. β. που προήλθε από τη διακοπή μιας συνέχειας γ. που δημιουργείται από ελλείψεις, παραλείψεις· χάσμα. 2. (προφ.) θέση εργασίας που δεν έχει συμπληρωθεί: 3. οτιδήποτε αισθανόμαστε ως έλλειψη, ως απώλεια

κενός -ή -ό: 1. που δεν περιέχει τίποτε· άδειος. 2α. για θέση που δεν έχει καταληφθεί· ελεύθερος β. για χρόνο ελεύθερο από μια συγκεκριμένη εργασία ή υποχρέωση. 3. (μτφ.) α. που δεν έχει ή που δεν μπορεί να εκπληρωθεί· ανεκπλήρωτος, μάταιος β. για πρόσωπο που το χαρακτηρίζει η έλλειψη καλλιέργειας και ευαισθησίας. 4. (ως ουσ.) το κενό

πηγή komvos.edu.gr
ενδιαφέρουσα σύνδεση wikipedia. org

προβολή ιν

Τετάρτη 08|11|06

προβολή η : Α (αρχαία λέξη ή σημασία) 1. πρόταση - ώθηση προς τα εμπρός. 2. (ιατρ.)εξόγκωμα. 3. ακρωτήριο. 4.προέκταση(όρους). 5. αιχμή δόρατος. 6. απόσπασμα ιππικού. 7. προπύργιο, αμυντήριο. 8. άμυνα εναντίον προσβολής. 9. προκάλυψη, προστασία. 10. πρόταση προσώπων για εκλογή. 11. είδος δικαστικής αγωγής ή ενέργειας επί κακουργήματος ή βλάβης κατά του δημοσίου. …

Πηγή: Λεξικό Δ. Δημητράκου έκδοση Χρ. Γιοβάνη


I1.
(φυσ.) ο σχηματισμός (σε μεγέθυνση) φωτεινών ειδώλων διάφορων αντικειμένων μέσο κατάλληλων οπτικών διατάξεων (φακών και προβολέων) πάνω σε οθόνη ή σε άλλη επιφάνεια. 2. (ειδικότ.) η με κατάλληλα μηχανήματα αναπαραγωγή πάνω σε μια οθόνη (κινούμενων ή όχι) εικόνων και ήχων που έχουν αποτυπωθεί πάνω σε ειδικό φωτοευπαθές υλικό (φιλμ, διαφάνεια) με συγκεκριμένη τεχνική (λήψη) 3α. η παράσταση, η παρουσίαση μιας κινηματογραφικής ταινίας || (με επέκτ. και στην τηλεόραση) β. η ίδια η προβαλλόμενη ταινία. II1. η μεθοδευμένη και εκτεταμένη παρουσίαση ενός γεγονότος, προσώπου, αντικειμένου κτλ. ώστε να γίνει ευρύτερα γνωστό, να πάρει δημοσιότητα. 2. η έκφραση με λόγια ή με ενέργειες, η διατύπωση συνήθ. μιας διαφωνίας, αντίθεσης, αντίρρησης, άρνησης κτλ. III. (γεωμ.) η αντιστοίχιση ενός σημείου, μιας γραμμής ή ενός σχήματος προς ένα άλλο επίπεδο ή μια γραμμή, με μια διαδικασία γεωμετρικά καθορισμένη, το σύνολο των σημείων κατά τα οποία τέμνεται το επίπεδο αυτό (που ονομάζεται προβολικό) από τις ευθείες που ξεκινούν από τα διάφορα σημεία του σχήματος και περνούν από ένα σημείο σταθερό στο χώρο. || (επέκτ.) αντιστοίχιση, μεταφορά, απόδοση των ιδιοτήτων ή των χαρακτηριστικών ενός πράγματος σε κάποιο άλλο, πρόβλεψη της μελλοντικής εξέλιξης ενός πληθυσμού πάνω στη βάση στατιστικών υπολογισμών. IV. (ψυχ.) σύνολο ψυχικών και νοητικών φαινομένων και διαδικασιών, κατά τις οποίες ένα υποκείμενο: α. αντιλαμβάνεται τον αντικειμενικό κόσμο υπό το πρίσμα των δικών του επιθυμιών, ενδιαφερόντων ή ψυχικών καταστάσεων και συμπεριφέρεται ανάλογα. β. ταυτίζεται με άλλο πρόσωπο ή αποδίδει σ΄ αυτό δικές του τάσεις, επιθυμίες, συναισθήματα κτλ. γ. συγχέει διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και αποδίδει ιδιότητες, συμπεριφορές ή ρόλους του ενός στο άλλο. V1. (γυμν.) η μετακίνηση του ενός ποδιού προς τα εμπρός και λοξά με ταυτόχρονη κάμψη του γόνατος. 2. (αθλ.) αντικανονική ενέργεια ποδοσφαιριστή προς αντίπαλο παίκτη.


πηγή www.komvos.edu.gr

υπολογι…

Πέμπτη 12|10|06

υπολογίζω -ομαι : λογαριάζω. 1α. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να προσδιορίσω ένα μέγεθος. β. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, για να διαμορφώσω γνώμη για κάτι. γ. σχεδιάζω, σκοπεύω να πραγματοποιήσω κάτι. 2. αναγνωρίζω την αξία κάποιου και γι΄ αυτό λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου τη γνώμη του 3. ελπίζω στη βοήθεια, στη συμπαράσταση, στη συνδρομή κάποιου.

υπολογίσιμος -η -ο : 1.που μπορεί να υπολογιστεί. 2. που είναι πολύ σημαντικός, αξιόλογος ή που το μέγεθός του είναι τόσο μεγάλο, ώστε δεν μπορεί κανείς να τον αγνοήσει.

υπολογισμός ο : 1.συνδυασμός, σχεδιασμός ορισμένων δεδομένων για τον προσδιορισμό ενός μεγέθους. (έκφρ.) με / από υπολογισμό, με / από υστεροβουλία. 2. σειρά συλλογισμών και εκτιμήσεων που οδηγούν σε κάποιο συμπέρασμα.

υπολογιστής ο υπολογίστρια η :  αυτός που σκέφτεται και δρα υστερόβουλα, που λογαριάζει πριν απ΄ όλα το συμφέρον του, που αποσκοπεί σε προσωπικά οφέλη.

υπολογιστής : συχνά Hλεκτρονικός ~, ηλεκτρονική μηχανή η οποία έχει τη δυνατότητα να αποθηκεύει πλήθος στοιχείων, να τα επαναφέρει και να τα επεξεργάζεται βάσει συγκεκριμένων εντολών τις οποίες δέχεται.

πηγή www.komvos.edu.gr

έκθεση

Τρίτη 20|06|06

έκθεση η : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκθέτω. I1. τοποθέτηση πράγματος σε ορισμένο μέρος, για να είναι ορατό από πολλούς άλλους α. συνήθ. για προϊόντα, δημιουργήματα ανθρώπων κτλ., που τοποθετούνται σε ορισμένο χώρο, για να τα δει το κοινό και ανάλογα να τα θαυμάσει, να τα αγοράσει κτλ. β. (ειδικότ., για καλλιτεχνικά δημιουργήματα) 2. ο τόπος (αίθουσα, κτίριο κτλ.) όπου γίνεται έκθεση (εμπορική, καλλιτεχνική κτλ.)3. υποβολή πράγματος στην επίδραση εξωτερικών φυσικών ή χημικών παραγόντων 4. (νομ.) εγκατάλειψη ατόμου ανίκανου να συντηρήσει ή να προστατέψει τον εαυτό του. II. (για λόγο, κείμενο) 1. λεπτομερής αφήγηση ή περιγραφή γεγονότος ή πράγματος (η πράξη και το κείμενο) 2. (ειδικότ.) ανάπτυξη ορισμένου θέματος με σκοπό την άσκηση των μαθητών στην έκφραση σύνθετων διανοημάτων και το αντίστοιχο σχολικό μάθημα

εκθέτης ο θηλ. εκθέτρια : αυτός που συμμετέχει σε καλλιτεχνική, εμπορική κτλ. έκθεση, εκθέτοντας δικά του έργα, προϊόντα κτλ.

έκθετος -η -ο : α. εκτεθειμένος (ακάλυπτος και απροφύλακτος) στη βλαπτική επίδραση εξωτερικού φυσικού παράγοντα β. εκτεθειμένος (χωρίς υποστήριξη, υπεράσπιση, προστασία) σε επιθετική εχθρική πράξη γ. (ως ουσ.) το έκθετο, για βρέφος που εγκαταλείπεται κάπου από άγνωστους γονείς, για να το βρουν άλλοι.

πηγή www.komvos.edu.gr